|
Tο Bασίλειο της Σαλαμίνας εκτεινόταν στην ανατολική ακτή της Κύπρου με την πρωτεύουσά του στην εκβολή του ποταμού Πεδιαίου. Η πόλη της Σαλαμίνας προβάλλει ως ιδρυτή της τον τρωϊκό ήρωα Τεύκρο, γιο του Τελαμώνα, βασιλιά της Σαλαμίνας στο Σαρωνικό Κόλπο. Διαδέχεται τη σημαντική Προϊστορική πόλη της Έγκωμης και συνεχίζει να ακμάζει στα Γεωμετρικά χρόνια, όπως δείχνουν τα πλουσιότατα ευρήματα των βασιλικών τάφων της περιόδου. Σημαντικότερη ίσως φυσιογνωμία της αρχαίας Σαλαμίνας ήταν ο Βασιλιάς Ευαγόρας, γιος του Νικοκλή, απόγονου του Τεύκρου που γεννήθηκε το 435 π.Χ. Όταν ήταν έφηβος κινδύνεψε να σκοτωθεί από τον τύραννο της Σαλαμίνας, Αυδήμονα. Έτσι, ο Ευαγόρας κατέφυγε στην Κιλικία, όπου και οργάνωσε συνωμοσία κατά του τυράννου, επανερχόμενος το 411 π.Χ. και σκοτώνοντας τον τύραννο και αναλαμβάνοντας την εξουσία. Αμέσως μόλις έγινε βασιλιάς, ο Ευαγόρας κατάβαλε τεράστιες προσπάθειες για την πνευματική και υλική ευημερία και ευμάρεια των κατοίκων της πόλης του, ταυτόχρονα όμως ανέπτυξε και καλές σχέσεις με τους γύρω λαούς. Σίγά σιγά κατόρθωσε να ανατρέψει το καθεστώς που επιβλήθηκε στη Σαλαμίνα και ολόκληρη την Κύπρο, μετά το θάνατο του Κίμωνα στο Κίτιο (449 π.Χ.). Το 448 π.Χ., αφού σκοτώθηκε τόσο ο Κίμωνας όσο και ο Στρατηγός Αναξικράτης, οι Αθηναίοι θεώρησαν συμφέρον να πάψουν να έχουν βλέψεις στην Κύπρο και έτσι συνήψαν την «Ειρήνη του Καλλία», όπου τερματίζονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις και οι Αθηναίοι εγκατέλειπαν κάθε διεκδίκησή τους πάνω στην Κύπρο, αφήνοντας το νησί στο έλεος των σκληροτράχηλων Περσών.
Το γεγονός ότι ο Ευαγόρας κέρδιζε έδαφος ανησύχησε τον Αρταξέρξη, γεγονός που προκάλεσε εχθρότητα μεταξύ στα δύο βασίλεια και οδήγησε στον Κυπριακό Πόλεμο (394-385 π.Χ.), τον οποίο νίκησε ο Ευαγόρας, μαζί με τη βοήθεια του άρχοντα των Αιγυπτίων, Άκορι• οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες του αρνήθηκαν βοήθεια,. Οι μόνες κυπριακές πόλεις που αντιστάθηκαν ήταν το Κίτιο, η Αμαθούντα και οι Σόλοι, που συνέχισαν να υποστηρίζουν τους Πέρσες. Τελικά νίκησε ο Ευαγόρας, αλλά ηττήθηκε σημαντικά σε μια ναυμαχία κοντά στο Κίτιο. Τα πράγματα αντιστράφηκαν, όμως, με την «Ανταλκίδεια Ειρήνη», που σήμαινε διπλωματική νίκη των Περσών. Η «Ειρήνη του Ανταλκίδα», που υπογράφτηκε το 386 π.Χ. από τους Σπαρτιάτες, άφηνε το νησί στα χέρια των Περσών, εξασφαλίζοντας ειρήνη ανάμεσα στους Λακεδαιμόνιους και τους Πέρσες, ενώ όποιος παραβίαζε το κείμενο status quo θα ήταν εχθρός του Πέρση βασιλιά. Λίγο μετά από την ειρήνη αυτή, ο Ευαγόρας δολοφονήθηκε από τον ξεσηκωμένο λαό της Σαλαμίνας (374 π.Χ.) και τον διαδέχθηκε ο γιος του Νικοκλής.
Η ιστορία της Σαλαμίνας κατά τη αρχαϊκή και κλασική περίοδο αντανακλάται στις αφηγήσεις του Ηροδότου, καθώς και στις ομιλίες του έλληνα ρήτορα Ισοκράτη. Υπάρχει επίσης αναφορά στο λιμάνι της Σαλαμίνας από τον ευαγγελιστή Λουκά στις Πράξεις των Αποστόλων, ο οποίος σημειώνει ότι αποβιβάστηκαν σ΄ αυτό οι απόστολοι Παύλος, Mάρκος και Bαρνάβας, προερχόμενοι από τη Σελεύκεια της Συρίας. Γνωρίζουμε ακόμα και για τους περσικούς πολέμους και για τις ναυμαχίες που έγιναν στο λιμάνι της Σαλαμίνας.
Η Σαλαμίνα, όπως κάθε πόλη που είχε πολιτικές και οικονομικές αξιώσεις θεωρούσε την κατασκευή λιμανιού ως απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος και την ασφάλειά της. Γνωρίζουμε από τις περιγραφές του Ηροδότου τις συγκινητικές μα τραγικές στιγμές που εξελίχτηκαν μπροστά στο λιμάνι της Σαλαμίνας από τον στόλο των ιωνικών πόλεων, την προδοσία του Στασάνορα και το τραγικό τέλος της κυπριακής επανάστασης του Ονήσιλου.
Το 274 π.Χ. μια νέα πόλη με το όνομα Αρσινόη θα θεμελιωθεί νοτιότερα της Σαλαμίνας, από τον Πτολεμαίο Φιλάδελφο. Η Σαλαμίνα και το λιμάνι της θα συνεχίσουν να υπάρχουν, όχι όμως με την πρότερη σημασία τους, εφόσον ως πρωτεύουσα του νησιού είναι στην Ελληνιστική περίοδο η Πάφος. Οι καταστροφικοί σεισμοί του 342 μ.Χ. θα σημάνουν το τέλος με τη βύθιση του βόρειου τμήματός της, ενώ ταυτόχρονα την Αρσινόη θα διαδεχθεί η Κωνσταντία και αυτήν με τη σειρά της αργότερα η Αμμόχωστος. Η πόλη της Αμμοχώστου φαίνεται να ιδρύθηκε μετά το 964, όταν ο Νικηφόρος Φωκάς έθεσε τέρμα στις αραβικές επιδρομές. Τότε οι κάτοικοι της Κωνσταντίας μετακινήθηκαν νοτιότερα και εγκαταστάθηκαν στην ερειπωμένη Αρσινόη, την χωσμένη στην άμμο Αμμόχωστο, όπου υπήρχε λιμάνι, γιατί εκείνο της Σαλαμίνας-Κωνσταντίας είχε γίνει πια άχρηστο από τις επιδρομές, τους σεισμούς και τις προσχώσεις του Πεδιαίου ποταμού.
Κατά την περίοδο της Γενετοκρατίας και της Βενετοκρατίας (1376-1571) η πόλη ονομάστηκε Famagusta και γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Υπήρξε από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της εποχής εξαιτίας του λιμανιού της. Πέρα όμως από την οικονομική της άνθιση πέτυχε να γίνει και κέντρο πολιτιστικής αναφοράς. Σ' αυτήν τοποθετεί μέρος του έργου του "Οθέλλος", ο Σαίξπηρ. Για την μελέτη της ιστορίας της Αμμοχώστου, πολυτιμότερη πηγή παραμένει η πληθώρα των χαρτών που αναφέρονται στην άλωση και την πολιορκία της πόλης από τους Τούρκους του 1571. Λεπτομερέστατοι χάρτες με αναφορές τόσο στην πολεοδομία, όσο και στο λιμάνι της Αμμοχώστου, έχουν γίνει από πολλούς ευρωπαίους γεωγράφους. Επίσης στο ναυτικό μουσείο (Museo Navale) της Βενετίας, σώζονται δύο μακέτες των ενετικών τειχών και του λιμανιού της Αμμοχώστου. Η Αμμόχωστος αρχίζει να γίνεται και Ευρωπαϊκά γνωστή στα χρόνια της Τρίτης Σταυροφορίας, δηλαδή στα τέλη του 12ου αιώνα όταν την Κύπρο κυβερνά ο αυτοανακηρυχθείς το 1181 ανεξάρτητος αυθέντης της νήσου, Ισάακιος Κομνηνός. Οι σταυροφόροι σταματούν αναγκαστικά στο νησί, το ταξίδι από τις ακτές της Γαλλίας ή και της Ιταλίας είναι μεγάλο και κουραστικό και ο στόλος ταλαιπωρημένος. Εξάλλου γνωρίζουμε ότι από την Κύπρο μπορούν να οργανωθούν οι επιδρομές εναντίον των Αράβων, και κατά συνέπεια η Κύπρος συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των σταυροφόρων ως βάση των εξορμήσεων τους.
Έτσι η Αμμόχωστος και το περίφημο λιμάνι της γίνεται μια από τις πλουσιότερες και ενδοξότερες πόλεις της Μεσογείου, η βάση της οικονομίας του κράτους των Λουζινιανών, και το μήλο της έριδος μεταξύ των θαλασσοκρατειρών δημοκρατιών της Βενετίας και της Γένουας, που εμπορεύονται στο λιμάνι της για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα το λιμάνι μονοπωλεί, ως διαμετακομιστικός σταθμός όλο το εμπόριο της Ευρώπης προς την Εγγύς Ανατολή. Η Κύπρος και ιδιαίτερα η Αμμόχωστος γίνεται το νέο πολιτικό και στρατιωτικό μέτωπο της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Όμως ένας σημαντικός χώρος πληροφοριών για την πόλη, αλλά περισσότερο για το λιμάνι της, παραμένουν οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις των διαφόρων περιηγητών αλλά και προσκυνητών που σταθμεύουν στο λιμάνι της πόλης. Κάθε περιηγητής στο ταξίδι του προς και από τους Αγίους Τόπους, σταθμεύει για τρεις η και περισσότερες μέρες και περιγράφει την πόλη και το λιμάνι της. Η Κύπρος και μάλιστα η Αμμόχωστος αποτελούσε τον απαραίτητο σταθμό στα δρομολόγια που ένωναν την Δύση με την Ιερουσαλήμ. Το τέλος του 13ου και ο 14ος αιώνας είναι αναμφίβολα η πιο ένδοξη περίοδος της Αμμοχώστου. Οι παλιοί εμπορικοί δρόμοι, που άφηναν το νησί γενικά σε κάποια απόσταση διαφοροποιήθηκαν, ένα νέο είδος εμπορίου έκανε την εμφάνισή του και οι δυτικές ναυτικές δυνάμεις της εποχής ασκούσαν πιέσεις στο λατινικό βασίλειο της Κύπρου για περισσότερα εμπορικά προνόμια.
Όσο έντονη υπήρξε η ζωή της Αμμοχώστου, άλλο τόσο υπήρξε η ένδοξη πορεία της στην ιστορία. Από τις 16 Σεπτεμβρίου του 1570, οι Τούρκοι πολιορκούσαν την πόλη, αλλά ο διοικητής της Αμμοχώστου, Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος, κατόρθωσε με την συμπαράσταση μόλις 7,000 υπερασπιστών να εξουδετερώσει τις επιθέσεις στρατού 250.000 ανδρών. Προκλήθηκαν στους Τούρκους απώλειες πέραν των 80 000 στρατιωτών. Τελικά την 1 Αυγούστου 1571 (μετά από ενδεκάμηνη πολιορκία) οι μαχητές της Αμμοχώστου εξαντλημένοι και χωρίς καθόλου πολεμοφόδια και τρόφιμα ύψωσαν λευκή σημαία. Η άμυνα της πόλης όμως είναι ένα από τα πιο ηρωικά γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η πόλη παράκμασε εξαιτίας κυρίως της πολιτικής του νέου, βάρβαρου, κατακτητή. Το 1753 η πόλη καταστράφηκε από σεισμό. Στους χρόνους της τουρκοκρατίας, παρά την Αμμόχωστο, εκτός των τειχών της παλαιάς πόλης, αναπτύχθηκε ένα ακμαίο χριστιανικό προάστιο, το Βαρώσι. Την τουρκοκρατία, μετά 308 συναπτά έτη, τη διαδέχθηκε η αγγλοκρατία, με τη σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως στις 4 Ιουνίου 1878. Μια περίοδος που έμελλε να συμπληρωθεί, στις 16 Αυγούστου 1960, με την ανακήρυξη της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, οπότε Αμμόχωστος και Βαρώσι ταυτίστηκαν σε πόλη μία.
Κατά τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδάκη, η επαρχία Αμμοχώστου καταλαμβάνει έκταση 784 τετραγωνικών μιλίων, με εύκρατο κλίμα και απέραντες πεδιάδες που μπορούν να θρέψουν, εκ του σίτου και μόνο, ολόκληρο το νησί. 70 χιλιάδες ο πληθυσμός, 10 χιλιάδες Μωαμεθανοί. 106 χωριά, 2 πόλεις και 8 μοναστήρια. Υποδιαιρείται σε τρία διαμερίσματα, της Αμμοχώστου (από το οποίο και απέμεινε ένα μικρό κομμάτι), της Μεσαορίας και της Καρπασίας. Με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, εξαιτίας του λιμανιού της η πόλη καθιερώθηκε ως οικονομικό κέντρο της μεγαλονήσου, ενώ το 1974 περιέπεσε στα χέρια των Τούρκων, και πάλι, κατά την διάρκεια της Β΄ Φάσης της άνανδρης τουρκικής εισβολής. (Αττίλας ΙΙ) Πριν από την εισβολή, η Αμμόχωστος είχε αποβεί το σημαντικότερο τουριστικό κέντρο του νησιού, χάρη στις απέραντες αμμουδιές της, το γραφικό και άνετο περιβάλλον της, το ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει και τα σύγχρονα ξενοδοχεία της. Γενικά, η πόλη είχε έντονη πνευματική, καλλιτεχνική και οικονομική ζωή, με αξιόλογα εκπαιδευτήρια και διάφορα ιδρύματα, πλατιούς εσωτερικούς δρόμους και ωραία δημόσια και άλλα μέγαρα. Βιβλιογραφία Flemming N.C., 1974 "Report of Preliminary Underwater Investigations at Salamis Cyprus", Report of the Department of Antiquities of Cyprus, Nicosia, pp. 163-174 Karageorghis V., 1969 Salamis in Cyprus. Homeric Hellenistic and Roman, Thames and Hudson, London Μαραγκού Α. Γ., 1997 Τα Λιμάνια της Κύπρου, Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, Λευκωσία, 1997, 66-77 Raban A., 1995 Νικολάου Κ., 1966 Yon M., 1993 "La Ville de Salamine Fuilles Fran?aises 1964-74" Kinyras. L’ Arch?ology Fran?aise de Chypre, Maison de l’ Orient Pococke R., 1745 Description of the East and Some other Countries, "Excerpta Cypria" II.1, 253-254 |